23/7/08

Νάνα Μούσχουρη, «Πέντε δεκαετίες ήμουν η καλή μαθήτρια»


Αυτό το κλείσιμο το είχε ονειρευτεί. Όταν θα αποφάσιζε να σταματήσει οικειοθελώς τις μεγάλες συναυλίες, το καλύτερο γι’ αυτήν θα ήταν να γίνει με μια μεγάλη, πανηγυρική συναυλία στο Ηρώδειο. Μόνο που όταν ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της, το θέατρο αποδείχθηκε μικρό. Ο αποχαιρετισμός θα κρατήσει ακόμα μια βραδιά. Λίγο πριν το βαλς του αποχαιρετισμού, συναντήσαμε τη Νάνα Μούσχουρη και βαδίσαμε μαζί της τα βήματα της διαδρομής της. Πενήντα χρόνια, γεμάτα μουσική, επιτυχίες, σημαντικές συναντήσεις. Ας ακούσουμε τι έχει να μας πει.

Από τον Ηλία Κανέλλη

Στις 23 και 24 Ιουλίου 1984 βρέθηκε στο Ηρώδειο, προσκεκλημένη του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τον εορτασμό των 10 χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα. Ύστερα από 24 χρόνια, θα βρεθεί και πάλι τις ίδιες ακριβώς ημερομηνίες στον ίδιο χώρο, στις δυο αποχαιρετιστήριες συναυλίες της στην Ελλάδα. Τα φαν κλαμπ σε όλο τον κόσμο έχουν ξεσηκωθεί. Κάποια στιγμή, την ημέρα που άρχισε η προπώληση στο Internet, σε ένα μόνο δευτερόλεπτο αγοράστηκαν 151 εισιτήρια!

Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για τη Νάνα Μούσχουρη. Η διαδρομή της είναι συνυφασμένη με αριθμητικά ρεκόρ. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία έχει πουλήσει περισσότερα από 300 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και έχει λάβει 350 χρυσούς και πλατινένιους δίσκους. Πληθωρική είναι, όμως, όχι μόνο στις απολαβές αλλά και στα προσόντα της. Μιλάει άπταιστα έξι γλώσσες: ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά και ισπανικά. Ξέρει, λέει, ακόμα και λίγα πορτογαλικά, ενώ κάτι καταφέρνει και με διάφορες εξωτικές διαλέκτους. Τελευταία αποπειράθηκε να μάθει κορεάτικα και κινεζικά – όχι άπταιστα, στοιχεία του λόγου της καθημερινότητας. «Το να μάθω έστω και λίγο τις γλώσσες των χωρών, όπου τραγουδώ είναι για μένα μια ευγενική χειρονομία», λέει χαρακτηριστικά.

Συναντήσαμε τη Νάνα Μούσχουρη με αφορμή την αποχαιρετιστήρια συναυλία της στο Ηρώδειο που, λόγω της εξάντλησης των εισιτηρίων, έγινε διπλός αποχαιρετισμός. Και συμφωνήσαμε να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή της με οδηγούς πολλά από τα σημαντικά πρόσωπα που συνάντησε τα τελευταία 50 χρόνια – πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καθόρισαν τη ζωή της, τις επιλογές της, την καριέρα της.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι το πρόσωπο που σας ανέδειξε. Πώς τον γνωρίσατε;

Έτυχε να γνωρίσω την ίδια μέρα τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, τον Ιάνη Ξενάκη, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Κούνδουρο και τον Βασίλη Βασιλικό. Στην Αθήνα, στου Φλόκα. Ήταν εκεί μια φωλιά πνευματική κι εγώ είχα την τύχη να βρεθώ σ’ αυτό τον κύκλο.

Γιατί σας εμπιστεύτηκε δουλειά του ο Χατζιδάκις;

Έλεγε ότι με άκουσε να τραγουδώ, γύρω στα 1957, μια μέρα περνώντας μπροστά από το σπίτι μου στο Παγκράτι – αλλά αυτά είναι λίγο και λόγια που τα προκαλούσε ο ονειρεμένος τρόπος του. Με κάλεσε, πάντως, να τραγουδήσω μαζί του κι αυτό ήταν η αρχή. Μπήκα σ’ έναν κόσμο στον οποίο έμεινα όλη τη ζωή μου, προσπαθώντας να εκφράζομαι μέσα από τα τραγούδια. Αυτή τη γραμμή ακολούθησα σ’ όλη τη ζωή μου.

Τι κρατάτε από εκείνα τα χρόνια;

Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ανακάλυπταν την ποίηση. Ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιώργος Σεφέρης μελοποιήθηκαν και τα ποιήματά τους τα τραγουδούσαν μέχρι και οι εργάτες επάνω στις σκαλωσιές. Τα τραγούδια αυτά παρά τον ποιητικό τους στίχο, είχαν μια απλότητα στην κατανόηση και μπορούσε να τα αποστηθίσει ο καθένας.

«Αγάπησα τον Μάνο»

Τι αισθάνεστε σήμερα για τον Χατζιδάκι;

Τον αγάπησα πάρα πολύ. Είχε μια ευφυΐα και μια μεγαλοσύνη στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόταν. Προσπαθούσα να μάθω από εκείνον όσα περισσότερα μπορούσα. Ήταν βέβαια πολύ προκλητικός, αλλά είχε και πολλές ιδέες που τις μοιραζόταν με τους άλλους με ενθουσιασμό, τον ενθουσιασμό που τον χαρακτήριζε. Το τραγούδι γι’ αυτόν ήταν ένα παιχνίδι, αλλά πάντα έψαχνε την πρωτοτυπία, δεν του άρεσαν οι πλαδαρές λύσεις.

Έχετε κάποιες έντονες εικόνες να θυμάστε από τη σχέση σας μαζί του;

Θυμάμαι, κάποτε που φεύγαμε από του Φλόκα, έλεγε ο Μάνος ότι τον κυνηγούσε ο Ζυλ Ντασσέν, γιατί δεν είχε τελειώσει ακόμα τη μουσική για το «Ποτέ την Κυριακή». Ο Γκάτσος μου βρήκε ταξί, πήγα σπίτι μου αλλά, με το που έφτασα, με περίμενε η μητέρα μου. «Σε ψάχνει ο Μάνος. Πού ήσουν;», μου λέει. «Μα, μόλις τον άφησα», της λέω. Του τηλεφώνησα και μου είπε: «Πάρε ένα ταξί κι έλα γρήγορα στο σπίτι». Ξαφνιάστηκα. Όταν έφτασα εκεί, μου είπε η κυρία Χατζιδάκι, η μητέρα του: «Δεν ξέρω τι έχει πάθει. Είναι εκνευρισμένος, δεν μπορώ ούτε να του μιλήσω». Ήταν καθισμένος στο πιάνο, κάπνιζε, έπινε καφέ και χτυπούσε το πιάνο. «Κάτσε εδώ», μου είπε αυστηρά –ή ταν πολύ ηγεμονικός. Άρχισε να παίζει και να τραγουδάει και μου ζητούσε να τραγουδήσω κι εγώ τα λόγια: «Απ’ το παράθυρό μου στέλνω, ένα, δύο και…». Εκείνη τη βραδιά έγραψε «Τα παιδιά του Πειραιά». Θυμάμαι ακόμα το 1960, που ηχογραφούσαμε το «Ελλάς, η χώρα των ονείρων», μια ελληνογερμανική παραγωγή, στην οποία τα κείμενα είχε γράψει ο Γκάτσος, ο Χατζιδάκις τη μουσική και στην οποία παρουσιάζονταν εικόνες από την Ελλάδα. Αυτή η παραγωγή ήταν και η αιτία της επιτυχίας μου στο εξωτερικό. Ήμασταν τότε στο στούντιο κι επρόκειτο να τραγουδήσουμε το «Αθήνα», που η εκτέλεσή του απαιτούσε μια μεγάλη χορωδία. Ο Χατζιδάκις είχε φέρει τη χορωδία της Λυρικής Σκηνής για να τραγουδήσει μαζί μας. Ο διευθυντής της Λυρικής αρνήθηκε, όμως, να αφήσει τη χορωδία, γιατί εγώ ήμουν μια απλή τραγουδίστρια κι όχι κλασική. Εντάξει, κλασικό τραγούδι είχα σπουδάσει αλλα δεν ήμουν κλασική τραγουδίστρια, άλλα τραγουδούσα. Την κρίση χειρίστηκε ο Χατζιδάκις.«Πήγαινε, σε παρακαλώ, μέσα στο κοντρόλ για λίγο», μου είπε, και βγήκε έξω για να μιλήσει με τους μουσικούς. Ο Νίκος [Γκάτσος] μου μετέφερε αργότερα ότι τους είπε: «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αν δεν θέλετε να τραγουδήσετε μαζί της, δεν θα λάβετε μέρος στο δίσκο». Και βεβαίως έμειναν. Αντιθέτως, μια άλλη φορά, όταν με είχε επιλέξει να τραγουδήσω για τη «Λυσιστράτη», αφού κάναμε όλες τις πρόβες, πήγαμε όλοι μαζί στην Επίδαυρο – αλλά εγώ γύρισα με το επόμενο τρένο μόνη μου πίσω (γελά). Ενώ ο Μάνος αντιστεκόταν στο διευθυντή της Λυρικής, του τηλεφώνησαν από κάποιον υπουργό και του είπαν: «Μην επιμένεις. Δεν μπορεί να τραγουδήσει». Και στο Ηρώδειο παρόμοια κατάσταση επικρατούσε. Δεν μπορούσε να περάσει μουσικός ελαφράς μουσικής. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι για να περάσει κανείς στο Ηρώδειο πρέπει να έχει έναν ορισμένο σεβασμό προς τη μουσική και πάνω στη σκηνή. Στη ζωή μου είχα την τύχη να τραγουδήσω στην Όπερα του Σίδνεϊ, στο Κάρνεγκι Χολ, στην Όπερα του Παρισιού, στο Ρόγιαλ Άλμπερτ Χολ, στη Φιλαρμονική του Βερολίνου, στο Ολυμπια – αλλά «έκανα τα χρόνια μου». Εργάστηκα πολύ και με πολύ σεβασμό, έτσι μου επέτρεπαν κάθε φορά να τραγουδήσω. Τότε, όμως, ήταν πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί ήσαν οι κοινωνικές διαστρωματώσεις έντονες και στη μουσική.

Θεοδωράκης vs Χατζιδάκις

Υπήρχε αντιπαλότητα ανάμεσα στον κόσμο του Χατζιδάκι και σε αυτόν του Θεοδωράκη;

Γνώρισα τον Μίκη Θεοδωράκη την εποχή που γύρισε από τις σπουδές του στο Παρίσι. Με παρουσίασε σε αυτόν ο Μάνος Χατζιδάκις λέγοντάς μου ότι είναι πολύ μεγάλος συνθέτης και ότι έχει μελοποιήσει τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν ήταν ακόμα γνωστός και ο Μάνος Χατζιδάκις, που είχε τότε επιτυχία, πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο με οκτώ τραγούδια από τον «Επιτάφιο». Μπήκαμε στο στούντιο όλοι μαζί: ο Μάνος Χατζιδάκις με την ορχήστρα του έκανε τις ενορχηστρώσεις, ο Μίκης Θεοδωράκης, έρχονταν κι ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιάννης Μόραλης έκανε το εξώφυλλο του δίσκου. Στο έκτο τραγούδι μπήκε στη μέση ο Τάκης Λαμπρόπουλος κι έβαλε το ζιζάνιο: το θέμα των χρημάτων. Ξαφνικά ο Μίκης Θεοδωράκης πήγε στην Κολούμπια κι έκανε σε μια βραδιά ηχογραφήσεις το ίδιο έργο με διάφορους τραγουδιστές. Εμείς τελειώσαμε τα τραγούδια χωρίς τον Μίκη Θεοδωράκη κι εκεί επήλθε το μεγάλο σχίσμα. Τσακώθηκαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο του. Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν πάντα ένας πολιτικός συνθέτης, ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν συνθέτης ανοιχτός και δεν διάλεγε το κοινό του. Απευθυνόταν σε όλο τον κόσμο.

Γιατί δεν θα έπρεπε ο Μίκης Θεοδωράκης να γράψει μουσική σύμφωνα με τα ιδεολογικά του πιστεύω.

Προσωπικά. δεν ασχολήθηκα ποτέ με την ιδεολογία, γιατί είναι κάτι πολύ προσωπικό, σου ανήκει. Αν πεις ότι τραγουδάω για το λαό, για τον φτωχό, για τον αδικημένο, τότε πρέπει να ζεις εξίσου λιτά, να μοιραστείς την τύχη του. Η μουσική, όμως, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο και ο καθένας έχει δικαίωμα να την ακούει. Ήταν μόδα, τότε, πάντως, ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να αριστερίζουν.

«Ο Νίκος Γκάτσος

μου έμαθε το ταξίδι»

Ο Νίκος Γκάτσος ήταν ένα πρόσωπο για πάντα πιστό σε σας, έτσι δεν είναι;

Ο Γκάτσος ήταν φίλος μου, με αγαπούσε πολύ και με προστάτευε. Όταν του έκανα ερωτήσεις, απαντούσε με τρόπο που σε βοηθούσε να σκεφτείς. Ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Μου έμαθε ότι δεν υπάρχει προορισμός. Είναι ένα ταξίδι που κάνεις και σ’ αυτό το ταξίδι πρέπει να ψάξεις την αλήθεια. Αυτό κάνω εδώ και 50 χρόνια. Το 1958, όταν τραγούδησα για πρώτη φορά το «Χάρτινο το φεγγαράκι», χρησιμοποίησα έναν καινούργιο τρόπο στην έκφραση. Είχα κάνει κλασικό τραγούδι, τραγουδούσα τζαζ και υπήρχε μια φωνητική χροιά που δεν ήταν όπως οι άλλες. Ο Γκάτσος δεν συμφωνούσε με τον τρόπο που ερμήνευα και έλεγε στον Μάνο Χατζιδάκι: «Είσαι σίγουρος ότι το λέει σωστά;». Ήταν βέβαια συνηθισμένος με τη Μελίνα [Μερκούρη], που είχε το ύφος της καλλιτέχνιδος της σκηνής. Πέρασε ένας χρόνος, το μελέτησε πολύ καλά και μια μέρα ήρθε και μου είπε: «Μετά από πολλή σκέψη, νομίζω ότι δεν θα υπάρξει κάποιος που θα το πει πιο καλά από σένα». Δεν ξέρω αν το τραγουδάω καλύτερα από τους άλλους, αλλά την έννοια που είχε για μένα, δεν νομίζω ότι την είχε για κάποιον άλλο ερμηνευτή. Σ’ όλη μου τη ζωή τελειώνω σχεδόν πάντοτε τις συναυλίες μου λέγοντας δυο λόγια για το τραγούδι αυτό.

Σας είχε ποτέ διαβάσει ο Γκάτσος την «Αμοργό»;

Μου διάβαζε πάντα αυτά που έγραφε με πολύ ποιητική χροιά. Δεν τραγουδούσε σωστά, αλλά είχε τρόπο να βάζει τις λέξεις ώστε να τραγουδιούνται σωστά. Όταν τελείωνε τα γραπτά του και δεν είχε άλλες διορθώσεις να κάνει, έβαζε μία σφραγίδα πάνω κι έλεγε «εθεωρήθη». Λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή, ταξίδεψα στην Αμερική γνωρίζοντας ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα. Μιλούσα συνέχεια στο τηλέφωνο με την Αγαθή [Δημητρούκα] και όταν μπορούσε μιλούσα και μαζί του. Μια μέρα πριν πεθάνει, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, όταν εγώ ήμουν στην Ατλάντα και μου είπε: «Δεν είσαι μακριά από τη χώρα. Είσαι κοντά στην Αθήνα». Αργότερα, έμαθα ότι υπάρχει 50 χλμ. μακριά η πόλη Αθήνα (Τζόρτζια). Ήταν πολύ «λογοπαίγνης». Και ήξερε τον κόσμο, ακόμα και μέρη στα οποία δεν είχε ταξιδέψει. Όταν κάποτε, στη Βαϊμάρη, επρόκειτο να επισκεφθώ το σπίτι του Γκαίτε, μου είπε: «Όταν θα βγεις από την πόρτα, θα πας αριστερά, μετά δεξιά, θα βρεθείς σε ένα δασάκι και θα ψάξεις να βρεις ένα παγκάκι. Όταν θα κάτσεις εκεί το απόγευμα, θα δεις ανάμεσα σε δύο δέντρα τον ήλιο να δύει». Ήταν πραγματικότητα, παρ’ όλο που δεν είχε πάει ποτέ. Το περιέγραφε, όμως, ο Γκαίτε και ήξερε ακριβώς πώς να με καθοδηγήσει.

«Ο Καραμανλής ήταν σύμβολο»

Ήσασταν η αγαπημένη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν το κρύβετε...

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν σύμβολο για μένα. Τον έβλεπα και στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Μου ενέπνευσε το σεβασμό και την αγάπη για τη χώρα μας. Όσα μου έλεγε, έχουν μείνει πολύ βαθιά χαραγμένα στην καρδιά μου.

Τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ από τη γνωριμία σας;

Μια φράση του. Όταν κέρδισα το βραβείο στην Εβδομάδα Ελαφρού Τραγουδιού, το 1958, μου είπε: «Τώρα είσαι πρώτη, αλλά στη ζωή σου θα υπάρχει πάντα κάποιος καλύτερος από σένα. Να προσπαθείς πάντα να ξεπερνάς τον εαυτό σου». Οι σημαντικοί άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μου μου έμαθαν πολλά, ακόμα κι αν δεν το ξέρουν. Η φιλία του Καραμανλή ήταν για μένα πολύ σημαντική. Κράτησα την ειλικρίνειά του σ’ όλη τη ζωή μου κι αυτός είναι ο λόγος που υπάρχω ακόμα. Κι επιπλέον, έμαθα να ζω μέσα στον κόσμο χωρίς σύνορα.

Σας προσάπτουν κομματική προσήλωση στον συντηρητικό χώρο...

Πίστευα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την ομάδα του, τη Νέα Δημοκρατία, αλλά αυτό δεν θα πει ότι δεν εκτιμώ πρόσωπα από άλλα κόμματα. Θαυμάζω μεταξύ άλλων και τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Έχω έναν σεβασμό προς τον κόσμο που πιστεύει σε κάτι. Και ξέρετε, δεν μπορώ να πω ότι έχει άδικο, γιατί δεν έχουμε όλοι την ίδια ζωή ούτε τις ίδιες ιδέες. Αλλά αυτό είναι η ελευθερία. Από τη στιγμή που κάτι αντιπροσωπεύει μια αλήθεια για την κοινωνία, για μένα αυτό είναι σεβαστό.

Στους βασιλιάδες

και στην «Humanité»

Είναι αλήθεια ότι το 1962 ήσασταν στον φοβερό γάμο του Χουάν Κάρλος και της Σοφίας, ο οποίος ήταν μεγάλο κοσμικό γεγονός της εποχής;

Ο κόσμος τότε χαιρόταν με αυτά το γεγονότα. Σήμερα δεν μας ευχαριστεί τίποτε. Γενναιοδωρία, όμως, δεν θα πει μόνο να δίνεις κάτι, αλλά να μάθεις να αποδέχεσαι το καλό και το κακό. Ο γάμος αυτός ήταν πολύ σπουδαίο γεγονός, είχε πάει και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Οι άνθρωποι έρχονταν να μας ακούσουν να τραγουδάμε. Θυμάμαι, η Αμαλία Καραμανλή με προσκαλούσε στο σπίτι της για να τραγουδήσω για τους πρίγκιπες που δεν μπορούσαν να έρθουν στο κέντρο, ενώ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ερχόταν στο «Τζάκι» για να με ακούσει. Το 1963 (είχα ήδη αρχίσει να ταξιδεύω) με είχε προσκαλέσει ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος και η βασιλική οικογένεια στη Δανία να τραγουδήσω για το αποχαιρετιστήριο πάρτι της Άννας-Μαρίας, που θα γινόταν βασίλισσα της Ελλάδας. Εκεί ήταν προσκεκλημένοι πρίγκιπες από όλη την Ευρώπη. Ο Κωνσταντίνος μού ζητούσε να του πω όλα τα αγαπημένα του ελληνικά τραγούδια.

Απλός άνθρωπος, αλλά με πρίγκιπες συναναστρεφόσαστε...

Μπορώ να πω ότι μετά από τόσα χρόνια και παρά την εμπειρία που έχω, δεν έχω πάψει να έχω την ίδια συστολή, γιατί η καταγωγή του ανθρώπου δεν αλλάζει. Κι εκείνη την εποχή ήταν το ίδιο και ντρεπόμουν. Ο ιμπρεσάριός μου είχε κάνει λάθος στις ημερομηνίες και την επομένη έπρεπε να βρίσκομαι στο Παρίσι για να τραγουδήσω για το φεστιβάλ της εφημερίδας «L’Humanité», της εφημερίδας του κομμουνιστικού κόμματος. Εκεί, βέβαια, θα τραγουδούσα στο ύπαιθρο, στη συγκέντρωσή τους. Μου στείλανε ιδιωτικό αεροπλάνο να με μεταφέρει, για να είμαι στην ώρα μου να τραγουδήσω. Τη μια μέρα τραγουδούσα για τους πρίγκιπες και την άλλη στην «Humanité». Η αλήθεια είναι ότι ήμουν πολύ πιο άνετη στην «Humanité», γιατί βρισκόμουν με έναν κόσμο που τον ήξερα περισσότερο. Αλλά πάλι ήταν συγκινητικό και το να βλέπεις τους πρίγκιπες να κάθονται άλλοι στη μέση του σαλονιού, άλλοι κάτω και να με ακούν με την ίδια προσοχή που την άλλη μέρα, άλλοι άνθρωποι, με άκουγαν καθισμένοι πάνω στο χορτάρι. Οι άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν στις ιδέες τους, αλλά βαθιά είναι ίδιοι.

Κουίνσι Τζόουνς, Μπελαφόντε,

Κοέν, Ντίλαν...

Θυμάμαι πάντα μια φωτογραφία σας με τον Κουίνσι Τζόουνς...

Το 1962 συναντήθηκα στο Παρίσι με τον Κουίνσι Τζόουνς και τραγουδήσαμε στην Αμερική. Τον θυμάμαι λίγο σαν τον Μάνο Χατζιδάκι να μου «ξεφωνίζει»: «Θέλω να με πείσεις ότι το τραγουδάς σωστά το τραγούδι». Με αγαπούσε πάρα πολύ. Σε λίγες μέρες θα πάω στο Φεστιβάλ της τζαζ στο Μόντρεαλ, όπου γίνεται μια γιορτή για τα 75 χρόνια του και με έχουν καλέσει να τραγουδήσω. Ήταν μεγάλος δάσκαλος, όπως και ο Χάρι Μπελαφόντε. Ο ένας στο στούντιο κι ο άλλος στη σκηνή.

Ο Μπελαφόντε σας ανακάλυψε, όπως έχουμε διαβάσει, στο διαγωνισμό της Eurovision;

Όντως, ο Χάρι Μπελαφόντε με ανακάλυψε το 1963 στη Eurovision, όπου συμμετείχα με το μεγάλο δουκάτο του Λουξεμβούργου. Παρ’ ότι δεν κέρδισα τον διαγωνισμό, κέρδισα, όμως, την προσοχή του. Όταν αργότερα πήγε στην Αμερική είπε στον Κούινσι [Τζόουνς]: «Μήπως ξέρεις μια Γαλλίδα με γυαλιά που τραγουδάει πολύ ωραία;». Εκείνος του απάντησε: «Δεν είναι Γαλλίδα, είναι Ελληνίδα και μόλις έκανα ένα δίσκο μαζί της». Η συμμετοχή μου στη Eurovision, εξάλλου, στάθηκε η αφορμή να μου προτείνουν να κάνω εκπομπές στην τηλεόραση. Έτσι, από το 1970 και για δέκα χρόνια έκανα προσωπικές εκπομπές στο BBC. Οι εκπομπές αυτές προβλήθηκαν κατόπιν παντού κι αυτό μου άνοιξε μια πόρτα στον κόσμο.

Πότε επιχειρήσατε να ερμηνεύσετε άριες της όπερας;

Την ίδια πάνω-κάτω περίοδο. Τότε έκανα την κλασική μου στροφή, όπως λέω, και τραγούδησα τη «Χαμπανέρα» από την «Κάρμεν» του Μπιζέ με τον Σερζ Λάμα. Πολλά χρόνια μετά, τo 1981, τραγούδησα και το «Ναμπούκο» του Βέρντι που έγινε διεθνής επιτυχία σε πέντε γλώσσες.

Γιατί νομίζετε τα καταφέρνατε με τόσα ανόμοια μεταξύ τους εγχειρήματα;

Γιατί και τις πέντε δεκαετίες της διαδρομής μου ήμουν η καλή μαθήτρια.

Θυμάμαι ακόμα μια φωτογραφία σας. Είστε με τον Μπομπ Ντίλαν κι έναν ακόμα που δεν τον γνωρίζω την περίοδο της «χριστιανικής στροφής» του μουσικού... Τι γνώμη έχετε για τον Ντίλαν;

Στον Μπομπ Ντίλαν με γνώρισε το 1979 ο Λέοναρντ Κοέν. Τα τραγούδια του τα τραγουδούσα ήδη πολλά χρόνια. Ο Κοέν του έλεγε ότι εγώ τραγουδούσα τα τραγούδια του κι ήρθε μια μέρα να με δει. Κι έπειτα, λίγο αργότερα, μου έγραψε τραγούδια, το «Every grain of sand» και το «Tomorrow is a long time». Ο Ντίλαν είναι ένα περίεργο φαινόμενο, πρωτίστως όμως είναι μεγάλος ποιητής. Κι είναι τραγουδιστής που στόχο έχει να εκφράσει από ριζοσπαστική πλευρά τα κοινωνικά προβλήματα. Δεν καταδικάζει, όμως, απλώς καταγράφει.

Πώς ήταν να είναι κανείς μαζί του;

Κοιτάξτε. Ο Ντίλαν είναι πολύ περίεργο πρόσωπο, δεν μπορείς να του μιλήσεις εύκολα. Είναι σαν να παίζεις μαζί του σκάκι.

«Κόσμος μου ήταν

και παραμένει η μουσική»

Μιλάτε συνεχώς με παραδείγματα από τη μουσική, τα πρόσωπα που συναντάτε προέρχονται κυρίως από τη μουσική... Μπορεί η ζωή ενός ανθρώπου να ταυτίζεται σε τόσο απόλυτο βαθμό με την τέχνη του;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος και να βλέπεις τα πάντα μέσα από τη μουσική. Ο κόσμος μου ήταν και παραμένει η τέχνη μου. Ποιος ξέρει, όμως... Όταν φύγω από τη σκηνή μπορεί να μάθω να ζω έξω από τη σκηνή.

Πώς εξηγείτε τη λατρεία, την αφοσίωση του κοινού σας;

Δεν μπορώ να το εξηγήσω, γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν ψάχνω να τα εξηγήσω. Ένα μόνο μπορώ να σας πω. Μέσα από το τραγούδι προσπάθησα να βρω την αλήθεια, την αγάπη και τη δικαιοσύνη. Πιστεύω ότι όταν τραγουδάς με ειλικρίνεια υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν τα ίδια πράγματα. Ίσως έτσι βρεθήκαμε όλοι σε ένα σημείο. Είμαι περήφανη, όχι μόνο γιατί έρχονται και με ακούν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά και γιατί έχουν γίνει και φίλοι μεταξύ τους μέσω της μουσικής. Όταν τραγουδώ στην Κορέα ή στην Κίνα ή στη Νότιο Αμερική και οι άνθρωποι συγκινούνται με τα ίδια τραγούδια, αυτό θα πει ότι ο κόσμος έχει τις ίδιες ανάγκες. Πιστεύω ότι όταν κάνεις κάτι με ειλικρίνεια, ο κόσμος σ’ το ανταποδίδει. Η στιγμή που είσαι πάνω στη σκηνή είναι πολύ ευαίσθητη και εύθραυστη. Είναι σαν να βρίσκεσαι πάνω σε ένα σκοινί που πρέπει να διασχίσεις, για να φτάσεις μέχρι το τέλος της παράστασης. Όταν σ’ αυτή τη διαδρομή έχουμε βρεθεί κάπου όλοι μαζί, αυτή είναι η απόλυτη ευτυχία.

Πόσο σας προβλημάτισε η απόφαση να σταματήσετε; Δεν είναι σκληρό να έρχεται μια στιγμή που πρέπει να αποφασίσει κανείς να σταματήσει κανείς ό,τι έδινε νόημα στη ζωή του;

Το σκέφτηκα πάρα πολύ. Ταξιδεύω ασταμάτητα εδώ και 48 χρόνια και πλέον δεν ξέρω πού είναι το σπίτι μου. Είμαι συνέχεια με μια βαλίτσα μεταξύ ξενοδοχείων. Έκανα κάτι που αγαπούσα πάντοτε. Αλλά έρχεται μια στιγμή που φοβάσαι ότι δεν θα μπορείς πια να το κάνεις, γιατί τα χρόνια περνάνε και δεν το καταλαβαίνεις. Το 2000, όταν επρόκειτο να πάω στην Ασία για τρίτη φορά, έσπασα τον αστράγαλό μου και αναγκάστηκα να ακυρώσω όλες τις παραστάσεις. Μου τηλεφωνούσαν τότε από όλα τα μέρη και με ρωτούσαν: «Θα έρθετε σίγουρα όταν γίνετε καλά;». Άρχισα τότε να αναρωτιέμαι γιατί με ρωτούν και κατάλαβα ότι τα χρόνια είχαν περάσει και συνειδητοποίησα ότι ίσως να μην μπορέσω να τραγουδώ για πολύ καιρό ακόμα. Μπροστά στη δυστυχία που θα αισθανόμουν αν δεν μπορούσα ξαφνικά να τραγουδήσω για οποιονδήποτε λόγο, αποφάσισα να κάνω μια μεγάλη περιοδεία. Ήθελα να ευχαριστηθώ όλα αυτά που έζησα τα τελευταία 50 χρόνια, να πω ευχαριστώ στο κοινό και να ανταποδώσω κάτι σε όλο τον κόσμο που με άκουσε. Τώρα τραγουδώ ακόμα καλά, αλλά δεν ξέρω αν θα τραγουδώ κι αύριο καλά και δεν θα ήθελα να απογοητεύσω το κοινό μου. Δεν έχω αυτό το δικαίωμα. Έχουμε συμφωνήσει, όμως, με τους φανατικούς φίλους μου, να βρισκόμαστε μια φορά το χρόνο κάπου και να μιλάμε, χωρίς να τραγουδάω. Βεβαίως, δεν είπα ότι δεν θα ξανατραγουδήσω ποτέ στη ζωή μου, αλλά δεν έχω σκοπό να ηχογραφήσω εκτός αν υπάρχει μια εξαιρετική ιδέα. Κι όχι, δεν είναι σκληρό, γιατί δεν εγκαταλείπω. Σκληρό είναι να αποχωριστώ τη σκηνή ξαφνικά.

«Ποιες νέες μου αρέσουν»

Τους νεότερους τους παρακολουθείτε;

Παρακολουθώ τη μουσική, που αυτό το διάστημα είναι σε εξέλιξη, δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμα η μορφή που θα πάρει το επόμενο διάστημα, ούτε ως τέχνη ούτε ως βιομηχανία. Πρέπει να σας πω ότι δεν τα εμπιστεύομαι απόλυτα τα καινούργια ρεύματα, ξέρω όμως ότι μέσα από αυτά κάτι θα βγει. Σύμφωνοι. Όλα αυτά τα χρόνια έκανα τη δουλειά μου. Τώρα, όμως, αφήνω μια θέση. Και οι νεότεροι θα πάνε τη μουσική παραπέρα. Στην κατεύθυνση αυτή, είμαι πρόθυμη να βοηθήσω νέους καλλιτέχνες να συνυπάρξουν. Γιατί; Επειδή επέζησα τόσα χρόνια στη μουσική γιατί έμαθα από καθέναν με τον οποίο συνεργάστηκα.

Καινούργια πρόσωπα έχετε στο μυαλό σας;

Δεν μπορώ να πω ότι ξέρω όλο τον κόσμο. Αλλά από τους νέους μου αρέσουν η Έιμι Γουάινχαουζ, η Νόρα Τζόουνς, η Αλάνις Μόρισετ... Τελευταία έχω προσέξει την Ντάφι, άραγε θα αντέξει;

Τι πρέπει να αναμένει το κοινό από τις αποχαιρετιστήριες συναυλίες σας στο Ηρώδειο;

Αν μπορούσα να βάλω 50 χρόνια μέσα σε μια βραδιά, θα τα έβαζα. Έχω προσπαθήσει, όμως, να αντιπροσωπεύσω στιγμές από αυτές τις πέντε δεκαετίες στην παράσταση. Θέλω, βέβαια, να τραγουδήσω περισσότερα ελληνικά τραγούδια απ’ ό,τι στις συναυλίες μου στο εξωτερικό, όπου συνηθίζω να τραγουδώ κυρίως τραγούδια στη γλώσσα της χώρας που βρίσκομαι. Πρέπει να σας εξομολογηθώ κάτι έστω και αν δεν το βρείτε πρωτότυπο ή συγκλονιστικό. Η ζωή μου είναι η ιστορία της φωνής μου. Και το Ηρώδειο είναι για μένα το ωραιότερο θέατρο του κόσμου. Τραγούδησα εκεί το 1984 και όταν τελείωσε η παράσταση σκέφτηκα: «Μια τέτοια βραδιά θα ήθελα να εγκαταλείψω το τραγούδι». Δυστυχώς εκείνη τη βραδιά δεν είχα το κουράγιο να το κάνω. Από τότε, όμως, έζησα καταπληκτικά χρόνια. Τότε, όμως, πήρα την απόφαση ότι θα ήθελα να τελειώσω σε αυτό το θέατρο.

1 σχόλιο:

Ευάγγελος είπε...

Συγχαρητήρια! Η Νάνα Μούσχουρη είναι ακριβοθώρητη. Όμως κανείς δεν αρνείται τίποτα στον Ηλία Κανέλλη.